fbpx

 

Εσείς;

Είδατε ότι έχουμε ολοκαίνουργιο ΔΩΡΕΑΝ πρόγραμμα αυτοβελτίωσης για τις κρίσεις πανικού και ένα σωρό θέματα;

    Θέλω να γραφτώ! 

 

 

Δύσπνοια και άγχος: πώς συνδέονται και τι μπορώ να κάνω;

 

Γράφει ο Γιώργος Νικολάου                Στείλτε μήνυμα στο συγγραφέα (Μessenger)

 

 

Γιατί όταν έχω άγχος νιώθω δύσπνοια;

 

Αν είχατε ποτέ μέχρι τώρα συμπτώματα άγχους ή κρίσεις πανικού, πιθανότατα ξέρετε τι εννοώ. Πάρα πολύ συχνά, το άγχος δημιουργεί αυτό που ονομάζουμε δύσπνοια. Ότι δεν παίρνουμε αρκετό αέρα και νιώθουμε σφίξιμο στο θώρακα.

Πολλοί άνθρωποι σε αυτήν την κατάσταση προσπαθούν να πάρουν βαθιές ανάσες. Μάλιστα, συχνά συμβαίνει και κάτι αρκετά ανεξήγητο: κάποια στιγμή καταφέρνουν να πάρουν αυτήν την “καλή ανάσα”. Σε εκείνο το σημείο, νιώθουν ότι πήραν επιτέλους αρκετό αέρα και μειώνεται το αίσθημα δύσπνοιας.

Πώς όμως λειτουργούν όλα αυτά; Ακόμη και μεταξύ των ειδικών, πολλοί πιστεύουν ότι όλα αυτά είναι προϊόν του άγχους και του μυαλού μας. Η αλήθεια όμως είναι, ότι δεν είναι έτσι ακριβώς. Υπάρχει μια αρκετά καλή βιολογική εξήγηση!

 

 

Η φυσιολογική αναπνοή

 

Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο, χωρίς να σας κουράσω πολύ, χρειαζόμαστε κάποιες βασικές γνώσεις φυσιολογίας.

Αν το δούμε απλά, οι πνεύμονές μας είναι 2 μπαλόνια που φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν. Περισσότερο σφουγγάρια στην πραγματικότητα, αλλά ας μείνουμε στην έννοια “μπαλόνι”. Πώς αναπνέουμε λοιπόν; Βάζουμε δύναμη στο διάφραγμα και τα πλευρά μας και εισπνέουμε αέρα, φουσκώνοντας τους πνεύμονες. Περίπου όπως μια σύριγγα ρουφάει υγρό, εμείς ρουφάμε αέρα. Αμέσως μετά, σταματάμε να βάζουμε δύναμη και τα φουσκωμένα μπαλόνια ξεφουσκώνουν μόνα τους, βγάζοντας τον αέρα.

Η διαδικασία αυτή της εκπνοής τελειώνει μόνη της, όταν το σύστημα ξεφουσκώσει αρκετά. Άρα το σημείο που τελειώνει η ήρεμη εκπνοή μας είναι εκεί που δεν βάζουμε καμία δύναμη στο θώρακά μας. Κρατήστε αυτήν την πληροφορία. Στη φωτογραφία, μπορείτε να δείτε σχηματικά αυτή τη διαδικασία. Η διαφορά του όγκου των πνευμόνων ανάμεσα στις 2 αυτές θέσεις, είναι ο όγκος του αέρα που αναπνεύουμε. Αυτό που οι πνευμονολόγοι ονομάζουν Αναπνεόμενο όγκο (Vt).

δύσπνοια

Φυσικά, για να μπορούμε να πάρουμε περισσότερο οξυγόνο αν χρειαστεί, υπάρχει περιθώριο και προς τις 2 κατευθύνσεις. Μπορούμε και να ξεφουσκώσουμε λίγο περισσότερο τους πνεύμονες και να τους φουσκώσουμε αρκετά περισσότερο.

 

 

Η επίδραση του άγχους

 

Τι συμβαίνει λοιπόν σε αυτή την απλή διαδικασία όταν κάποιος έχει άγχος και γιατί εμφανίζεται η δύσπνοια; Η απάντηση βασίζεται σε κάτι που ήδη γνωρίζετε: Ένα από τα πράγματα που προκαλεί πολύ εύκολα το άγχος μας, είναι η μυική σύσπαση. Στον αυχένα μας, στην κοιλιά, σε όλο μας το σώμα γενικά.

Στα πλαίσια αυτά, δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε τελείως το θώρακα και το διάφραγμά μας. Έτσι, η εκπνοή μας δεν τελειώνει στο ίδιο σημείο, αλλά σε ένα σημείο πιο δεξιά, με μεγαλύτερο όγκο. Για να μπορέσουμε να έχουμε τον ίδιο όγκο αναπνοής, όλη η αναπνοή μετατοπίζεται προς τα δεξιά, σε μεγαλύτερους όγκους πνευμόνων.

 

Αυτό έχει 2 σημαντικές συνέπειες που δημιουργούν δύσπνοια:

  1. Χρειάζεται να βάζουμε μεγαλύτερη δύναμη για να παίρνουμε αρκετό αέρα. Μερικές φορές, μπορεί και να φτάνουμε κοντά στο ανώτατο όριο όγκου του θώρακα. Έτσι, η αναπνοή μας γίνεται πιο δύσκολη και κουραστική.
  1. Με ειδικά νεύρα που έχουν οι πνεύμονες στο τοίχωμά τους (τασεοϋποδοχείς) , ο εγκέφαλός μας αναγνωρίζει ότι είναι πολύ φουσκωμένοι. Έτσι, δυστυχώς ερμηνεύει αυτήν την κατάσταση σαν ένα πρόβλημα του αναπνευστικού και δίνει επειγόντως την εντολή “Πάρε μεγάλη αναπνοή, μπας και σωθούμε…”

 

δύσπνοια

Λόγω αυτών, το τελικό αποτέλεσμα είναι να νιώθουμε έντονη ανάγκη για μεγάλες αναπνοές, ενώ την ίδια στιγμή είναι ήδη δύσκολο να εισπνεύσουμε τον κανονικό όγκο αέρα που χρειαζόμαστε. Αυτό ακριβώς είναι το αίσθημα δύσπνοιας που δημιουργείται.

 

 

Τι μπορώ να κάνω

 

Σε αυτή τη φάση, ήδη βρισκόμαστε σε μια παγίδα. Ενώ δεν υπάρχει άλλο πρόβλημα εκτός από το άγχος μας, το σώμα μας μας δίνει μηνύματα που κάνουν την κατάσταση χειρότερη. Το να εισπνέουμε έντονα, χειροτερεύει τα παραπάνω.

Η λύση είναι απλή. Πρέπει να αντισταθούμε σε αυτή την ενστικτώδη επιθυμία και να κάνουμε το αντίθετο. Αντί να εισπνέουμε έντονα, πρέπει να εκπνέουμε έντονα. Όχι με βιασύνη και δύναμη, αλλά με διάρκεια και βγάζοντας ήρεμα όσο περισσότερο αέρα μπορούμε.

Σε αυτό βασίζεται και η εμπειρική συμβουλή να εισπνέουμε από τη μύτη και να εκπνέουμε από το στόμα. Επειδή το στόμα είναι πολύ μεγαλύτερος “σωλήνας”, βοηθάει να κάνουμε ακριβώς αυτό. Αν δοκιμάσετε να επικεντρωθείτε στην εκπνοή αντί για την εισπνοή σας για 2-3 λεπτά, θα δείτε ότι ως δια μαγείας υποχωρεί αυτή η ανάγκη για παραπάνω αέρα. Μη βασιστείτε σε αυτά που λέω. Δοκιμάστε το!