fbpx

Η επιβάρυνση του ψυχισμού και η εργασιακή ανασφάλεια από την πανδημία Covid-19
Μεγάλη έρευνα του Soulscan για τις επιπτώσεις της πανδημίας κορονοϊού

από Soulscan | Tρίτη, 12/05/2020 | Νέα – Ανακοινώσεις, Νέες Εξελίξεις – Ειδήσεις ψυχικής υγείας

 

Στο πλαίσιο της έρευνας που διεξήχθη από την ομάδα του Soulscan για τις επιπτώσεις του κορονοϊού, προκύπτει πως η εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού Sars-CoV-2 έχει πολυεπίπεδη επίδραση σε αρκετούς τομείς στην Ελλάδα. Η έρευνα διεξήχθη σε 2 φάσεις, η πρώτη στα τέλη Μαρτίου, διανύοντας το πρώτο διάστημα των μέτρων απομόνωσης και η δεύτερη στις αρχές Μαΐου. 

Στο παρόν άρθρο παρουσιάζουμε κάποιες από τις επιπτώσεις του κορονοϊού στο εργασιακό περιβάλλον, τα αυξημένα επίπεδα άγχους, καθώς και τις ανάγκες που δημιουργούνται σε ατομικό και εργασιακό επίπεδο. Τα αποτελέσματα προήλθαν από δείγμα 499 ατόμων, πανελλαδικά, με αντιπροσώπευση από όλες τις ηλικιακές ομάδες, τα φύλα και τις εκπαιδευτικές βαθμίδες.

Το άγχος στην εποχή της πανδημίας

Μια από τις πιο πολυσυζητημένες έννοιες της εποχής μας είναι η έννοια του άγχους. Οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι και το εργασιακό άγχος συγκαταλέγονται μεταξύ των μεγαλύτερων προκλήσεων στο τομέα της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας. Στην εποχή του κορονοϊού, φαίνεται ότι τα επίπεδα άγχους των ατόμων έχουν επηρεαστεί από την εργασιακή αβεβαιότητα που επήλθε στη χώρα μας, όπως θα παρουσιαστεί και παρακάτω. 

Αναλυτικά, στην παρούσα έρευνα το 50 % ακριβώς του δείγματος είναι εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις που είχαν σταματήσει να λειτουργούν από τα μέσα Μαρτίου ή που είχαν πολύ μειωμένη δραστηριότητα. Το συντριπτικό ποσοστό του συνολικού δείγματος προβλέπει ότι η πανδημία θα επηρεάσει πολύ έως πάρα πολύ την οικονομική κατάσταση της χώρας (94%), τη δική τους (56,2%), τον εργασιακό τους κλάδο (59,5%), ότι θα διαρκέσει πολύ (70,3%) και ότι θα μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με την οικονομική κρίση των προηγούμενων ετών (63,3%). Μάλιστα, στη 2η φάση της έρευνας σημειώνεται μια ακόμη πιο απαισιόδοξη στάση για την οικονομία της χώρας, παρόλο που ήδη η κατάσταση ως προς την εξέλιξη των κρουσμάτων και των μέτρων απαγόρευσης της κυκλοφορίας ήταν πολύ βελτιωμένη. Έτσι, ενώ η εξέλιξη της πανδημίας στην Ελλάδα είναι θετική, στη 2η φάση της έρευνας η αισιοδοξία και η ψυχική ανθεκτικότητα φαίνονται σχετικά μειωμένες, στοιχείο που πιθανώς εκφράζει μια αθροιστική επίδραση του στρες στο πέρασμα του χρόνου, η οποία μάλιστα δεν ανταποκρίνεται στις θετικές εξελίξεις με όρους ποσοστού κρουσμάτων.

Η οικονομική ανασφάλεια συνδέεται στενά με το επίπεδο άγχους που βιώνει το άτομο και μάλιστα, με ένα συνεχόμενο και επίμονο τρόπο. Συγκεκριμένα, μόνο 17,1% των ερωτηθέντων στη 2η φάση δηλώνουν πως το άγχος τους είναι λίγο ή σημαντικά μικρότερο, απ’ ό,τι λίγες εβδομάδες πιο πριν, ενώ αντίστοιχα αναφέρεται  μια μείωση στην ικανότητα των ατόμων να το διαχειρίζονται, με το 61% των ερωτηθέντων να αναφέρει ότι δυσκολεύεται στην εξεύρεση αποτελεσματικών τρόπων διαχείρισης του άγχους των ημερών.

Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί ότι και στις 2 φάσεις, οι απόφοιτοι Β΄βάθμιας εκπαίδευσης είναι αυτοί που πλήττονται περισσότερο και πιο άμεσα, σε σχέση με τους απόφοιτους ΑΕΙ/ΤΕΙ και τους κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, καθώς έχουν σημαντικά μεγαλύτερη εργασιακή ανασφάλεια, λιγότερες δυνατότητες αντιμετώπισης του άγχους, ωστόσο αναφέρουν και μικρότερες πιθανότητες να απευθυνθούν σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας για βοήθεια. Έτσι, αυτή η αρκετά μεγάλη πληθυσμιακή ομάδα ενδέχεται να βρίσκεται σε σημαντικό κίνδυνο ψυχικής εξουθένωσης.

Οι ανάγκες για υπηρεσίες ψυχικής υγείας

Η επίδραση της στρεσογόνου κατάστασης στις αντοχές του πληθυσμού, φαίνεται από τη μελέτη μας ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική: παρότι το 64,6% του δείγματος δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα απευθυνθεί σε κάποιον επαγγελματία ή υπηρεσία ψυχικής υγείας, στην παρούσα φάση το 44,1% δηλώνει ότι μάλλον ή σίγουρα θα απευθυνόταν σε κάποιον ειδικό, χωρίς μάλιστα σημαντική διαφοροποίηση της στάσης αυτής κατά τη 2η φάση.

Έτσι, τελικά 1 στους 5 ερωτηθέντες, δηλαδή ένα εντυπωσιακό 20,7% του συνολικού δείγματος, είναι άνθρωποι που για 1η φορά τώρα θα απευθύνονταν σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, για να μπορέσουν να νιώσουν καλύτερα. Μάλιστα, στην παρούσα φάση διαφαίνεται μια αισθητά αυξητική τάση των ανδρών στην πρόθεσή τους να αναζητήσουν βοήθεια, ενώ για τις γυναίκες διατηρείται σταθερή. Το γεγονός αυτό είναι θετικό από τη μία, καθώς δείχνει πιθανώς μια αποβολή του στίγματος της ψυχικής υγείας ως προς το φύλο, αλλά από την άλλη, ότι όλοι, ανεξαρτήτως φύλου, βιώνουν έντονα τις επιπτώσεις της παρούσας κατάστασης. 

Άγχος και εργασιακό περιβάλλον

Η συσχέτιση της ανησυχίας, της απαισιοδοξίας και του άγχους με την εργασία ακολουθεί δύο εξίσου ενδιαφέρουσες κατευθύνσεις:


Αφενός, το μελετώμενο δείγμα παρουσιάζει μια σημαντική επιβάρυνση στην αποδοτικότητα και ταυτόχρονα τη διάθεση για εργασία, όταν υπάρχει αυξημένο άγχος. Μάλιστα, τα άτομα που αναφέρουν υψηλότερο άγχος τελευταία, δείχνουν μια πιο απαισιόδοξη στάση ως προς τη διατήρηση της εργασίας τους (αν εργάζονται) ή την εύρεση εργασίας (αν είναι άνεργοι). Ενδιαφέρον εύρημα είναι, ωστόσο, το ότι ένα ποσοστό 61,2% αξιολογεί το εργασιακό του περιβάλλον ως πολύ ή αρκετά φιλικό.

Αφετέρου, ένα θετικό εργασιακό περιβάλλον, όπως θα αναλυθεί παρακάτω, φαίνεται:

I.   να προστατεύει σημαντικά τους εργαζόμενους από το άγχος της πανδημίας

II.  να τους κάνει περισσότερο αισιόδοξους και λιγότερο ανασφαλείς για τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης 

III. να μειώνει την πιθανότητα να χρειαστούν βοήθεια από ειδικό ψυχικής υγείας. 

Αντίστοιχα, τα άτομα που εργάζονται σε ένα θετικό περιβάλλον, φαίνεται πως είναι λιγότερο πιθανό να είχαν απευθυνθεί στο παρελθόν σε ειδικούς ψυχικής υγείας, επαληθεύοντας έτσι τα διεθνή δεδομένα για τη σημασία ενός ψυχικά ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος στην υγεία και την παραγωγικότητα των ατόμων.

Μία σημαντική παράμετρος, η οποία επίσης αφορά το εργασιακό περιβάλλον και μπορεί να αποτελέσει μία εύκολη θετική παρέμβαση των εργοδοτών και των επιχειρήσεων, είναι η ανάγκη των εργαζομένων για συχνή πληροφόρηση σχετικά με τα εργασιακά θέματα. Συγκεκριμένα, 3 στους 4 πολίτες, βρίσκουν πολύ σημαντική την ενημέρωση για το εργασιακό τους μέλλον, κάτι που μπορεί να μειώσει την εργασιακή ανασφάλεια και όλες τις αρνητικές επιπτώσεις της που αναφέρθηκαν.

Τέλος, ένα ποσοστό 16,7% των ατόμων, καθόλου αμελητέο, δηλώνει πως ανυπομονεί λίγο ή καθόλου να επιστρέψει στην εργασία του, όπως ήταν πριν την πανδημία. Η ερμηνεία αυτού του ευρήματος μπορεί να σχετίζεται με την ποιότητα του εργασιακού χώρου ή με τη διάθεση του ατόμου για εργασία. Ωστόσο, όποια ερμηνεία και να ισχύει από τις δύο, παρέχει επαλήθευση της υπόθεσης ότι το κόστος από τη μειωμένη ψυχική ανθεκτικότητα και ευεξία στο ανθρώπινο κεφάλαιο είναι πολύ μεγάλο, τόσο για τα άτομα, όσο και για τις επιχειρήσεις ως οργανισμούς.

Ανθεκτικότητα και Ευάλωτη ομάδα

Στην έρευνά μας εντοπίσαμε τρία επίπεδα ανθεκτικότητας, τα οποία φαίνεται πως παίζουν καθοριστικό ρόλο στην επιτυχή διαχείριση του άγχους και των επιδράσεων που αυτό έχει στα ζητήματα που αφορούν στην εργασία. 

Το πρώτο επίπεδο ανθεκτικότητας απορρέει από στοιχεία της προσωπικότητας, όπως είναι η συνειδητή στάση αισιοδοξίας, η άμυνα απέναντι στα αρνητικά γεγονότα, η εσωτερική έδρα ελέγχου, κ.ά. Αυτό το επίπεδο ανθεκτικότητας λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στο άγχος που συνδέεται με τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας, ενισχύει το αίσθημα της εργασιακής ασφάλειας και την εμπιστοσύνη στις προσωπικές δυνατότητες.

Το δεύτερο επίπεδο ανθεκτικότητας αφορά σε στρατηγικές αντιμετώπισης άγχους που συγκυριακά έχουν ανακαλύψει και εφαρμόσει οι συμμετέχοντες. Η προστατευτική ικανότητα αυτού του επιπέδου φάνηκε πως όχι μόνο έχει βοηθήσει τους πολίτες να διαχειριστούν το άγχος τους, αλλά επίσης τους έχει οδηγήσει σε πιο αισιόδοξες προβλέψεις για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση της χώρας, του εργασιακού τους κλάδου και τη δική τους. Οι συμμετέχοντες με υψηλές τιμές αυτού του επιπέδου ανθεκτικότητας δείχνουν εμπιστοσύνη στις αποφάσεις που θα παρθούν για αυτούς και τη συνολική στάση των επιχειρήσεων. Αξίζει να σημειωθεί πως οι περισσότερο ανθεκτικοί στο άγχος άνεργοι είναι λιγότερο πιθανό να έχουν διακόψει τις προσπάθειές τους για αναζήτηση εργασίας και αντίστοιχα σημειώνουν μικρότερη απογοήτευση για το εργασιακό τους μέλλον.

Στο τρίτο επίπεδο ανθεκτικότητας συναντάμε τους βοηθητικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης του άγχους που διαμορφώνονται από παράγοντες όπως: το εργασιακό κλίμα, η επικοινωνία με τους συναδέλφους και τους προϊσταμένους, η υποστήριξη και η βοήθεια που μπορεί να λάβει κάποιος στο πλαίσιο της εργασίας του. Οι συμμετέχοντες με υψηλές τιμές εργασιακής ανθεκτικότητας είναι περισσότερο αισιόδοξοι από τους άλλους ότι θα διατηρήσουν την εργασία τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας και μετά το τέλος της, και είναι αυτοί που περισσότερο απ’ όλους ανυπομονούν να επιστρέψουν στη δουλειά τους με τις συνθήκες πριν την καραντίνα. Στο δείγμα μας, η αξιολόγηση του εργασιακού περιβάλλοντος εμφανίζει σημαντική ποικιλία: 1 στα 2 άτομα το χαρακτηρίζει ως καλό ή πολύ καλό, και το υπόλοιπο 50% μοιράζεται ανάμεσα στη μέτρια ή κακή αξιολόγηση.

Ο συνδυασμός των τριών παραπάνω επιπέδων δημιουργεί έναν σύνθετο παράγοντα, ο οποίος σκιαγραφεί τον ανθεκτικό εργαζόμενο, με υψηλή αίσθηση εργασιακής ασφάλειας και, στον αντίποδα, αυτόν που θα μπορούσε να ανήκει σε ομάδες υψηλού κινδύνου. Πράγματι, συμμετέχοντες με χαμηλά επίπεδα ανθεκτικότητας των τριών επιπέδων, είναι περισσότερο ευάλωτοι στο άγχος και στην επίδραση αυτού στη διάθεση για εργασία και την παραγωγικότητα. Ταυτόχρονα, συγκριτικά με όλες τις υπόλοιπες ομάδες, διακατέχονται από το φόβο ότι μετά την κρίση της πανδημίας θα χάσουν την εργασία τους και είναι περισσότερο δύσπιστοι ως προς τις αποφάσεις των επιχειρήσεων.

Στην προσπάθεια να εντοπίσουμε την ομάδα υψηλότερου κινδύνου βρήκαμε ότι όσο πιο χαμηλή ανθεκτικότητα συγκυριακών μηχανισμών αντιμετώπισης άγχους έχει κάποιος, τόσο πιο ευάλωτος είναι. Με άλλα λόγια, στο δεύτερο επίπεδο της ανθεκτικότητας, οι εργαζόμενοι που δε γνωρίζουν ή δεν έχουν εφαρμόσει αποτελεσματικούς μηχανισμούς διαχείρισης της κατάστασης είναι (και πιθανόν να είναι και στο μέλλον) επιρρεπείς στο εργασιακό άγχος και την ανασφάλεια. Σε αυτήν την ομάδα υψηλότερου κινδύνου τείνουν περισσότερο να βρίσκονται απόφοιτοι Β΄βάθμιας εκπαίδευσης, άνεργοι και, δευτερευόντως, υπάλληλοι επιχειρήσεων των οποίων οι εργασίες ανεστάλησαν και τώρα εργάζονται με μειωμένες αποδοχές. Επιπλέον, ένας επιπρόσθετος παράγοντας κινδύνου στο να ανήκει κάποιος σε αυτήν την ευάλωτη ομάδα, είναι το να βρίσκεται στην τρέχουσα εργασιακή κατάσταση λιγότερο από 6 μήνες. 

Συμπεράσματα

Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνάς μας, διαφαίνεται μια πολύ σημαντική ψυχική επιβάρυνση του πληθυσμού, που προέρχεται κυρίως από την οικονομική ανασφάλεια και τη μειωμένη ψυχική ανθεκτικότητα, ειδικά για ένα ευάλωτο κομμάτι του πληθυσμού. Οι συνέπειες επεκτείνονται τόσο στη λειτουργικότητα του ατόμου, όσο και στην παραγωγικότητα, άρα και τη διατήρηση μιας ικανοποιητικής απόδοσης σε επίπεδο επιχειρήσεων και παραγωγής. Δεδομένου ότι οι παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την ικανότητα του ατόμου να ανταπεξέλθει στη δύσκολη συνθήκη εξαρτώνται από το ίδιο, αλλά και από το εργασιακό περιβάλλον του, θεωρούμε πολύ σημαντική την ανάληψη δράσης και από τα δύο μέρη, άτομα και επιχειρήσεις, με στόχο την καλλιέργεια μεγαλύτερης ψυχικής ανθεκτικότητας, προκειμένου όλοι να ωφεληθούν. 

Η ευθύνη για τη διαχειριση των παραπάνω θεμάτων, εκτός από ηθική υποχρέωση και καλή επένδυση για τους εργοδότες, αποτελεί και νομική επιταγή που προβλέπεται στην ΕΕ και υποστηρίζεται από συμφωνίες μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σχετικά με το εργασιακό άγχος, την παρενόχληση και τη βία στην εργασία. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Ψυχική Υγεία και Ευημερία και προηγουμένως η Ευρωπαϊκή Οδηγία για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία αναγνωρίζουν τις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις και τις αυξανόμενες πιέσεις στο χώρο εργασίας και ενθαρρύνουν τους εργοδότες να εφαρμόζουν πρόσθετα, προαιρετικά ακόμη, μέτρα για την προαγωγή της ψυχικής υγείας.

Επιστημονική ομάδα:

Πέτρος Κεχαγιάς, Ψυχολόγος Α.Π.Θ., MSc Νευροψυχολόγος, PhD (c) Personal & HR Development Expert

Θέμις-Μαρία Παπαμητούκα, Ψυχολόγος Α.Π.Θ, ΜSc., Helpline & Support Director, Soulscan B2B services. 

Σοφία Θεοδώρου, Στρατιωτικός Ψυχολόγος, Μsc., Επιστημονική συνεργάτιδα Soulscan

Γιώργος Νικολάου, Ψυχίατρος, Soulscan Co-founder, CEO, CTO